Ποίημα της Δ. Χριστοδούλου, Για ένα παιδί που κοιμάται,
μεταγραφή του ποιήματος σε γραμμική αφήγηση με διασκευή
Αφήνει τα μάτια του να κάνουν ένα γύρο στο δωμάτιο. Κουλουριασμένος με το σάλι της μάνας του, βλέπει τα αδέλφιά του κοντά στο τζάκι να παίζουν με το νεογέννητο κατσικάκι, ενώ έξω βλέπει τα απόκρημνα χιονισμένα βουνά. Σε λίγο χτυπάει η πόρτα. Είναι ο δάσκαλος βρεγμένος μέχρι το κόκαλο με τα βιβλία αγκαλιά. Ένας σπουδασμένος δάσκαλος από τη χώρα. Το μάθημα αρχίζει και τα παιδιά ταξιδεύουν με τα λόγια του σε χώρες μακρινές, όπως η Αίγυπτος και η Ελλάδα. Μόνο που η Ελλάδα του δασκάλου δεν έχει καμιά σχέση με αυτή που γνώρισε δουλεύοντας στα φανάρια. Πώς μπορεί να συνδέεται ο Αλέξανδρος με τα περιφρονητικά βλέμματα των περαστικών; Όλη μέρα σκουπίζει τα τζάμια των αυτοκινήτων και βγάζει όσα χρήματα χρειάζεται για να επιβιώσει. Ας είναι καλά ο νυκτοφύλακας του εργοστασίου, που τον αφήνει να κοιμάται ανάμεσα στις μηχανές του εργοστασίου. Διαφορετικά το κρύο και η έλλειψη τροφής θα είχε πάρει το παιδάκι στον παράδεισο. Το ίδιο τώρα τυλιγμένο στα λεπτά ,τρύπια ρούχα του αναρωτιέται : «Πού είναι ο Μέγα- Αλέξανδρος;»
OΛΓΑ Α. - ΑΙΜΙΛΙΑ Α. ΤΜΗΜΑ Β1